Νοσταλγική καμπάνα μακρινή
που σήμανες μιαν ώρα
απόγευμα Παρασκευής και Μάρτη
όψιμου χειμώνα
που καταλάγιασε άξαφνα
καθώς τελείωνε η μέρα.
Τα φίλτρα του αέρα είχαν κρατήσει
τους ρύπους των ήχων
περνούσε μόνο σαν αόρατη αίσθηση
αφάνταστης γαλήνης
η ευγενική μελαγχολία της μνήμης.
Απόγευμα Παρασκευής και Μάρτη
πρώιμης άνοιξης
και η μνήμη δένει στην κατάνυξη
στην ειρηνική αρμονία ήχων και χρωμάτων
μιας δύσης και μιας καμπάνας μακρινής
ώρα των τελευταίων χαιρετισμών.
ΒΙΟΣ ΑΝΘΟΣΠΑΡΤΟΣ
Θα’ θελα να γράψω ένα τρισάγιο
για όλα όσα τελειώσανε χωρίς ν’ αρχίσουν
για μας που κυκλοφορούσαμε στο σεργιάνι της Κυριακής
αδηφάγοι αλέκτορες της συμφοράς
ν’ ακολουθάμε σιωπηλοί ή με νοήματα
τραγικά ψιλόλιγνες ανίατες παρθένες.
Διάφανοι κι’ έντιμοι συνωστιζόμαστε με συντροφική εχθρότητα
στους δρόμους με τα κλειστά παράθυρα
-τίποτα πιο μελαγχολικό από ένα δρόμο
με κλειστά παντζούρια-
μ’ όλους εμάς τόσο έρημο που εκμηδενιζόταν.
Γύρω φύτρωναν μάταια σπίτια μ’ απόκρημνες ταράτσες
για να στεγάσουν ζωές αδιάφορες ήδη δεμένες
σε παλιές επετείους.
Στις επάλξεις της φαντασίας μας δόκιμοι αστοί οδοιπορούσαμε
ακάθεκτοι στην καθημερινότητα
βέβαιοι ότι υπηρετούμε το μεγάλο κενό.
Τελικά αποδημήσαμε-όχι ακόμα εις Κύριον-
μόνο σ’ άλλη γειτονιά
αφού περάσαμε τις συμπληγάδες των ελπίδων
ταξιδεύοντας σε μια στείρα θάλασσα
περιφρονημένη, καταραμένη
που δεν την όργωσε ποτέ καρίνα καραβιού.
Η θάλασσα που μας κατάπινε στέγνωσε έγκαιρα ευτυχώς
αφήνοντας αλίπαστα μόνο (κορίτσια κι ιδέες).
Στο πάρκο της γειτονιάς καθώς κοιτούσα ένα μπουκέτο κορίτσια
θυμήθηκα την άνοιξη
μια ιστορική άνοιξη στο «Βασιλικό Κήπο»
μυστική επέτειο Παλιγγενεσίας
λίγο μετά τον πετροπόλεμο μ’ ένα «ένδοξο» ιππικό.
Τότε οι ηλιόσποροι απορρίφθηκαν με υπεροψία
απ’ όλα τα «παπάκια»
οι κύκνοι είχαν θυμώσει
τα ωραία τους τόξα σημάδευαν τις ενοχές μας.
Παλιά την άνοιξη ο κήπος γέμιζε ανθόσπαρτους βίους
σε καπελίνα και μπουτονιέρες.
Τώρα κρέμεται από ένα ετοιμόρροπο κλαδάκι
σα μια σταγόνα ελέους
δειλή, μετέωρη στον αέρα
που όταν αποφασίζει να πέσει
έχει κιόλας στεγνώσει.
Εκείνη έμεινε πίσω τραγικά μόνη
αιχμάλωτη ενός στίχου πειρατή
σ’ απόκομμα εφημερίδας με οσμή κρατητηρίου.
Η ζωή της είχε τρέξει πάνω σε ράγες
το κρεβάτι της γενικά καλοτάξιδο
η φιλοδοξία της να γίνει ιδιαιτέρα
δεν γνωρίζω αν τελικά πραγματοποιήθηκε.
Πάντως δική μου «ιδιαιτέρα»
δεν έγινε.
για όλα όσα τελειώσανε χωρίς ν’ αρχίσουν
για μας που κυκλοφορούσαμε στο σεργιάνι της Κυριακής
αδηφάγοι αλέκτορες της συμφοράς
ν’ ακολουθάμε σιωπηλοί ή με νοήματα
τραγικά ψιλόλιγνες ανίατες παρθένες.
Διάφανοι κι’ έντιμοι συνωστιζόμαστε με συντροφική εχθρότητα
στους δρόμους με τα κλειστά παράθυρα
-τίποτα πιο μελαγχολικό από ένα δρόμο
με κλειστά παντζούρια-
μ’ όλους εμάς τόσο έρημο που εκμηδενιζόταν.
Γύρω φύτρωναν μάταια σπίτια μ’ απόκρημνες ταράτσες
για να στεγάσουν ζωές αδιάφορες ήδη δεμένες
σε παλιές επετείους.
Στις επάλξεις της φαντασίας μας δόκιμοι αστοί οδοιπορούσαμε
ακάθεκτοι στην καθημερινότητα
βέβαιοι ότι υπηρετούμε το μεγάλο κενό.
Τελικά αποδημήσαμε-όχι ακόμα εις Κύριον-
μόνο σ’ άλλη γειτονιά
αφού περάσαμε τις συμπληγάδες των ελπίδων
ταξιδεύοντας σε μια στείρα θάλασσα
περιφρονημένη, καταραμένη
που δεν την όργωσε ποτέ καρίνα καραβιού.
Η θάλασσα που μας κατάπινε στέγνωσε έγκαιρα ευτυχώς
αφήνοντας αλίπαστα μόνο (κορίτσια κι ιδέες).
Στο πάρκο της γειτονιάς καθώς κοιτούσα ένα μπουκέτο κορίτσια
θυμήθηκα την άνοιξη
μια ιστορική άνοιξη στο «Βασιλικό Κήπο»
μυστική επέτειο Παλιγγενεσίας
λίγο μετά τον πετροπόλεμο μ’ ένα «ένδοξο» ιππικό.
Τότε οι ηλιόσποροι απορρίφθηκαν με υπεροψία
απ’ όλα τα «παπάκια»
οι κύκνοι είχαν θυμώσει
τα ωραία τους τόξα σημάδευαν τις ενοχές μας.
Παλιά την άνοιξη ο κήπος γέμιζε ανθόσπαρτους βίους
σε καπελίνα και μπουτονιέρες.
Τώρα κρέμεται από ένα ετοιμόρροπο κλαδάκι
σα μια σταγόνα ελέους
δειλή, μετέωρη στον αέρα
που όταν αποφασίζει να πέσει
έχει κιόλας στεγνώσει.
Εκείνη έμεινε πίσω τραγικά μόνη
αιχμάλωτη ενός στίχου πειρατή
σ’ απόκομμα εφημερίδας με οσμή κρατητηρίου.
Η ζωή της είχε τρέξει πάνω σε ράγες
το κρεβάτι της γενικά καλοτάξιδο
η φιλοδοξία της να γίνει ιδιαιτέρα
δεν γνωρίζω αν τελικά πραγματοποιήθηκε.
Πάντως δική μου «ιδιαιτέρα»
δεν έγινε.
ΑΙΔΩΣ ΑΙΔΕΣΙΜΟΤΑΤΗ
Ο αιδεσιμότατος Χ.
Πέθανε, λένε, από κραιπάλη
Εγκράτειας
Είχε έναν κάλο στο κεφάλι
Αρχή ακράτειας
Και βέβαια καθολική αποχή
Η πρεσβυτέρα Ψ
Αρκετά νεωτέρα, λάβρα
Κι αφράτη
Βρήκε πως δεν της παν τα μαύρα
Την πιάνει κάτι
Σαν ψυχοπλάκωση, γίνεται αψιά
Έχει δικό της στυλ
Χρυσούν μετάλλιο στο ύπτιο
[σε στρώμα]
κάποτε είχε έναν Αιγύπτιο
έφηβο ακόμα
αμεταχείριστον ανφάς, προφίλ
Τώρα έχει μόνο τρεις
Ελαφρώς μεταχειρισμένους
Μοιραίους
Όλους λίγο-πολύ παντρεμένους
Νοικοκυραίους
«Οικογένεια, Θρησκεία, Πατρίς»
Κάτεχε μυστικά
Από τις εξομολογήσεις
Σπουδαία
Κι όλα τα βίτσια τους επίσης
Κι ήταν μοιραία
Γι αυτούς τα αποσιωπητικά!
Και ζούσε αυτή καλά
Σωπαίνοντας (για το καλό τους)
Και μόνο
Δίναν κι αυτοί τον οβολό τους
Όλο το χρόνο
Κι έξτρα για τις γιορτές Χρόνια Πολλά.
Πέθανε, λένε, από κραιπάλη
Εγκράτειας
Είχε έναν κάλο στο κεφάλι
Αρχή ακράτειας
Και βέβαια καθολική αποχή
Η πρεσβυτέρα Ψ
Αρκετά νεωτέρα, λάβρα
Κι αφράτη
Βρήκε πως δεν της παν τα μαύρα
Την πιάνει κάτι
Σαν ψυχοπλάκωση, γίνεται αψιά
Έχει δικό της στυλ
Χρυσούν μετάλλιο στο ύπτιο
[σε στρώμα]
κάποτε είχε έναν Αιγύπτιο
έφηβο ακόμα
αμεταχείριστον ανφάς, προφίλ
Τώρα έχει μόνο τρεις
Ελαφρώς μεταχειρισμένους
Μοιραίους
Όλους λίγο-πολύ παντρεμένους
Νοικοκυραίους
«Οικογένεια, Θρησκεία, Πατρίς»
Κάτεχε μυστικά
Από τις εξομολογήσεις
Σπουδαία
Κι όλα τα βίτσια τους επίσης
Κι ήταν μοιραία
Γι αυτούς τα αποσιωπητικά!
Και ζούσε αυτή καλά
Σωπαίνοντας (για το καλό τους)
Και μόνο
Δίναν κι αυτοί τον οβολό τους
Όλο το χρόνο
Κι έξτρα για τις γιορτές Χρόνια Πολλά.
ΠΟΙΗΤΗΣ
Έχει φωλιάσει ο πανικός μέσα του,
οι βάρβαροι θα σήκωναν τη γη μ’ όλα τα υπάρχοντά του
έξω από την πόρτα υπάρχουν πτώματα
κι ένα παιδί με σκοτωμένη φυσαρμόνικα στο στόμα
το σπίτι έχει λιγοστά φθαρμένα έπιπλα
κι ένα τραπεζομάντηλο γκρίζο απ τη σκόνη
από το τρύπιο ταβάνι φαίνεται κάποιος γαλαξίας εντελώς ατάραχος
κι η Ελένη έχει από χρόνια αποδράσει σε μια Τροία
όμως πώς θ άφηνε το θησαυρό του στη βεβήλωση,
το εμπριμέ φουστάνι ένα τρύπιο άσπρο γάντι
δυο γοβάκια με φθαρμένα τακούνια……
Τελικά μάζεψε όσα γραπτά μπορούσε στο μοναδικό του χέρι
κι άφησε τις φλόγες να νοιαστούν τις αναμνήσεις.
οι βάρβαροι θα σήκωναν τη γη μ’ όλα τα υπάρχοντά του
έξω από την πόρτα υπάρχουν πτώματα
κι ένα παιδί με σκοτωμένη φυσαρμόνικα στο στόμα
το σπίτι έχει λιγοστά φθαρμένα έπιπλα
κι ένα τραπεζομάντηλο γκρίζο απ τη σκόνη
από το τρύπιο ταβάνι φαίνεται κάποιος γαλαξίας εντελώς ατάραχος
κι η Ελένη έχει από χρόνια αποδράσει σε μια Τροία
όμως πώς θ άφηνε το θησαυρό του στη βεβήλωση,
το εμπριμέ φουστάνι ένα τρύπιο άσπρο γάντι
δυο γοβάκια με φθαρμένα τακούνια……
Τελικά μάζεψε όσα γραπτά μπορούσε στο μοναδικό του χέρι
κι άφησε τις φλόγες να νοιαστούν τις αναμνήσεις.
ΖΗΤΗΜΑ ΒΑΘΟΥΣ
Στυγνοί δυνάστες τα ανόητα όνειρα
Οι βρυχηθμοί της υποχθόνιας καταιγίδας
Διαρκής απειλή
Το μικρό βιοτικό μας πλέγμα
Φυλακή ανασφάλειας αδρανών ψυχών
Κάτω είναι η γη κι ανάμεσα σε βράχους και ρίζες
Πανάρχαιοι φόβοι αργοσαλεύουν
Αδέσποτες σκιές ανίερου πολέμου
Σ αυτό το χώρο η αστραπή δεν είναι μετέωρο
Είναι τ’ οδυνηρό κρουστικό αποτέλεσμα της τόλμης
Φανταστικές στοές πλημμυρισμένες σκοτάδι κι άγχος
Ένα σακάτικο φιλί πλανιέται στον πνιγηρό αέρα
Χωρίς παραλήπτη
Οι ρίζες μοιάζουν άφταστο ιδανικό βάθους
Μας μιλάνε με νοήματα φρίκης
Την απειλή μιας νέας ασάλευτης ζωής
Μοναδική λύση ένας ληθαργικός ύπνος
Φυσικά είναι ζήτημα βάθους
Ποιο βάθος έχει η γη
Ποιο βάθος ο ύπνος.
Οι βρυχηθμοί της υποχθόνιας καταιγίδας
Διαρκής απειλή
Το μικρό βιοτικό μας πλέγμα
Φυλακή ανασφάλειας αδρανών ψυχών
Κάτω είναι η γη κι ανάμεσα σε βράχους και ρίζες
Πανάρχαιοι φόβοι αργοσαλεύουν
Αδέσποτες σκιές ανίερου πολέμου
Σ αυτό το χώρο η αστραπή δεν είναι μετέωρο
Είναι τ’ οδυνηρό κρουστικό αποτέλεσμα της τόλμης
Φανταστικές στοές πλημμυρισμένες σκοτάδι κι άγχος
Ένα σακάτικο φιλί πλανιέται στον πνιγηρό αέρα
Χωρίς παραλήπτη
Οι ρίζες μοιάζουν άφταστο ιδανικό βάθους
Μας μιλάνε με νοήματα φρίκης
Την απειλή μιας νέας ασάλευτης ζωής
Μοναδική λύση ένας ληθαργικός ύπνος
Φυσικά είναι ζήτημα βάθους
Ποιο βάθος έχει η γη
Ποιο βάθος ο ύπνος.
MNHMEΣ KAI ΕΥΛΑΒΕΙΕΣ
Στο παλιό εκκρεμές αναπαύονται οι ώρες
Ο χρόνος διαστέλλεται ανυπόφορα
Ή μήπως είναι θέμα γραναζιών
Τελικά θα φανεί αν ξημερώσει ή όχι
Σ άκουγα στο σκοτάδι να μιλάς μα δεν κατάλαβα
Είχα ξεχάσει τη φωνή σου
Όπως και να ‘ναι έχω στη μνήμη μου χαράξει
Καταλεπτώς τις αρετές σου
Για να μη ξεχάσω τ όνομά σου
Χτες έμοιαζε μετέωρο το φως
Καίγανε δυνατές φωτιές θριάμβων
Στη δυτική αυτοκρατορία του ορίζοντα
-Ορίζοντας θα ‘ταν η φωνή σου η ασημένια
Ντυμένη τη ματαιόδοξη χλιδή της μέρας-
Το φως είχε αναλυθεί σε πορφύρες
Που ντύνανε τα σύννεφα αισιόδοξα
Οι μέρες που φυλλοροούν στον ημεροδείχτη
Μιλάνε μια γλώσσα ασύλληπτη
Με υπέρηχους
Τόσο που δεν υποπτευθήκαμε την απειλή τους
Περάσανε οι Ευτυχίες ανύποπτες
Οι μαγείες των αθώων πραγμάτων
Τα γεράνια στολίζαν τις αυλές με ασωτίες
Ο καφές μύριζε κριθάρι και γαρύφαλλο
Καθώς το γοτθικό ρολόι της πλατείας
Έχει σταματήσει εμβρόντητο από τον πόλεμο
Ακριβώς στις έξι
Όλοι οι μεγάλοι το συμβουλευόμαστε με σεβασμό
Γιατί οι μνήμες γίνονται κάποτε ευλάβεια.
Ο χρόνος διαστέλλεται ανυπόφορα
Ή μήπως είναι θέμα γραναζιών
Τελικά θα φανεί αν ξημερώσει ή όχι
Σ άκουγα στο σκοτάδι να μιλάς μα δεν κατάλαβα
Είχα ξεχάσει τη φωνή σου
Όπως και να ‘ναι έχω στη μνήμη μου χαράξει
Καταλεπτώς τις αρετές σου
Για να μη ξεχάσω τ όνομά σου
Χτες έμοιαζε μετέωρο το φως
Καίγανε δυνατές φωτιές θριάμβων
Στη δυτική αυτοκρατορία του ορίζοντα
-Ορίζοντας θα ‘ταν η φωνή σου η ασημένια
Ντυμένη τη ματαιόδοξη χλιδή της μέρας-
Το φως είχε αναλυθεί σε πορφύρες
Που ντύνανε τα σύννεφα αισιόδοξα
Οι μέρες που φυλλοροούν στον ημεροδείχτη
Μιλάνε μια γλώσσα ασύλληπτη
Με υπέρηχους
Τόσο που δεν υποπτευθήκαμε την απειλή τους
Περάσανε οι Ευτυχίες ανύποπτες
Οι μαγείες των αθώων πραγμάτων
Τα γεράνια στολίζαν τις αυλές με ασωτίες
Ο καφές μύριζε κριθάρι και γαρύφαλλο
Καθώς το γοτθικό ρολόι της πλατείας
Έχει σταματήσει εμβρόντητο από τον πόλεμο
Ακριβώς στις έξι
Όλοι οι μεγάλοι το συμβουλευόμαστε με σεβασμό
Γιατί οι μνήμες γίνονται κάποτε ευλάβεια.
ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΕΙΟΝ Ο ΠΟΘΟΣ
Φάμπρικα παλαιική
με πανάρχαιους σταλακτίτες από χνούδια
Κρεμασμένους στα δοκάρια της στέγης
Ταμπέλα αυστηρή καλοδιατηρημένη
[Απαγορεύεται το πτύειν]
Τριάντα αργαλειοί
Με ατέλειωτα χιλιόμετρα δημιουργίας
Είναι τώρα καλυμμένοι
Τιμής ένεκεν
Με αραχνοΰφαντους πέπλους
Καθώς η καλοκαιριάτικη άπνοια
Αποστάζει από τη ρημαγμένη κεραμοσκεπή
Τα φαντάσματα της νυχτερινής βάρδιας
Απαλύνουν το σκοτάδι
Με τα λευκά υφαντά φορέματά τους
Στο δάπεδο, στους τοίχους ,στον αέρα
Κάτι έχει μείνει από τις όμορφες υφάντριες
Με τις σπασμωδικές κινήσεις των άκρων
Κι από τις βαριές οσμές του μεροκάματου.
με πανάρχαιους σταλακτίτες από χνούδια
Κρεμασμένους στα δοκάρια της στέγης
Ταμπέλα αυστηρή καλοδιατηρημένη
[Απαγορεύεται το πτύειν]
Τριάντα αργαλειοί
Με ατέλειωτα χιλιόμετρα δημιουργίας
Είναι τώρα καλυμμένοι
Τιμής ένεκεν
Με αραχνοΰφαντους πέπλους
Καθώς η καλοκαιριάτικη άπνοια
Αποστάζει από τη ρημαγμένη κεραμοσκεπή
Τα φαντάσματα της νυχτερινής βάρδιας
Απαλύνουν το σκοτάδι
Με τα λευκά υφαντά φορέματά τους
Στο δάπεδο, στους τοίχους ,στον αέρα
Κάτι έχει μείνει από τις όμορφες υφάντριες
Με τις σπασμωδικές κινήσεις των άκρων
Κι από τις βαριές οσμές του μεροκάματου.
ΑΥΤΟΣ Ο ΤΟΠΟΣ
Αυτός ο χρόνος ο ελάχιστος
είναι δικός μου
ανάμεσα σε δυο άναρθρους φθόγγους
του γείτονά μου ερωδιού του πρώτου.
Έξω άνθισαν ξαφνικά δυο φυτά πεζοδρομίου
κι' ειπώθηκε ένας λόγος βαρετός
από ψηλά
Ένας λόγος
Είναι δικός μου.
Να χτίσω ένα καταφύγιο από βασάλτη
στην όχθη του χθεσινού χειμάρρου
που υπήρξε κάποτε ένας πράος
ποταμός λάβας
κι' ο χρόνος μου να τυπωθεί ανάγλυφος
μ' έντονους χαρακτήρες παραίσθησης
στην πέτρα.
Αυτός ο χρόνος είναι αποκλειστικά δικός μου
ανάμεσα σε δύο υλακές λύκων
ηχώ η φωνή μου.
Κάπου η φθορά θα νικηθεί
σπασμένη σ' άπειρα μόρια σκόνης
στον αέρα της φημισμένης πολιτείας.
Θα' χει ένα τέλος
H φθορά.
Αυτός ο χρόνος
αυτός ο λόγος
είναι δικός μου.
Αυτός ο τόπος.
είναι δικός μου
ανάμεσα σε δυο άναρθρους φθόγγους
του γείτονά μου ερωδιού του πρώτου.
Έξω άνθισαν ξαφνικά δυο φυτά πεζοδρομίου
κι' ειπώθηκε ένας λόγος βαρετός
από ψηλά
Ένας λόγος
Είναι δικός μου.
Να χτίσω ένα καταφύγιο από βασάλτη
στην όχθη του χθεσινού χειμάρρου
που υπήρξε κάποτε ένας πράος
ποταμός λάβας
κι' ο χρόνος μου να τυπωθεί ανάγλυφος
μ' έντονους χαρακτήρες παραίσθησης
στην πέτρα.
Αυτός ο χρόνος είναι αποκλειστικά δικός μου
ανάμεσα σε δύο υλακές λύκων
ηχώ η φωνή μου.
Κάπου η φθορά θα νικηθεί
σπασμένη σ' άπειρα μόρια σκόνης
στον αέρα της φημισμένης πολιτείας.
Θα' χει ένα τέλος
H φθορά.
Αυτός ο χρόνος
αυτός ο λόγος
είναι δικός μου.
Αυτός ο τόπος.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)