Θα’ θελα να γράψω ένα τρισάγιο
για όλα όσα τελειώσανε χωρίς ν’ αρχίσουν
για μας που κυκλοφορούσαμε στο σεργιάνι της Κυριακής
αδηφάγοι αλέκτορες της συμφοράς
ν’ ακολουθάμε σιωπηλοί ή με νοήματα
τραγικά ψιλόλιγνες ανίατες παρθένες.
Διάφανοι κι’ έντιμοι συνωστιζόμαστε με συντροφική εχθρότητα
στους δρόμους με τα κλειστά παράθυρα
-τίποτα πιο μελαγχολικό από ένα δρόμο
με κλειστά παντζούρια-
μ’ όλους εμάς τόσο έρημο που εκμηδενιζόταν.
Γύρω φύτρωναν μάταια σπίτια μ’ απόκρημνες ταράτσες
για να στεγάσουν ζωές αδιάφορες ήδη δεμένες
σε παλιές επετείους.
Στις επάλξεις της φαντασίας μας δόκιμοι αστοί οδοιπορούσαμε
ακάθεκτοι στην καθημερινότητα
βέβαιοι ότι υπηρετούμε το μεγάλο κενό.
Τελικά αποδημήσαμε-όχι ακόμα εις Κύριον-
μόνο σ’ άλλη γειτονιά
αφού περάσαμε τις συμπληγάδες των ελπίδων
ταξιδεύοντας σε μια στείρα θάλασσα
περιφρονημένη, καταραμένη
που δεν την όργωσε ποτέ καρίνα καραβιού.
Η θάλασσα που μας κατάπινε στέγνωσε έγκαιρα ευτυχώς
αφήνοντας αλίπαστα μόνο (κορίτσια κι ιδέες).
Στο πάρκο της γειτονιάς καθώς κοιτούσα ένα μπουκέτο κορίτσια
θυμήθηκα την άνοιξη
μια ιστορική άνοιξη στο «Βασιλικό Κήπο»
μυστική επέτειο Παλιγγενεσίας
λίγο μετά τον πετροπόλεμο μ’ ένα «ένδοξο» ιππικό.
Τότε οι ηλιόσποροι απορρίφθηκαν με υπεροψία
απ’ όλα τα «παπάκια»
οι κύκνοι είχαν θυμώσει
τα ωραία τους τόξα σημάδευαν τις ενοχές μας.
Παλιά την άνοιξη ο κήπος γέμιζε ανθόσπαρτους βίους
σε καπελίνα και μπουτονιέρες.
Τώρα κρέμεται από ένα ετοιμόρροπο κλαδάκι
σα μια σταγόνα ελέους
δειλή, μετέωρη στον αέρα
που όταν αποφασίζει να πέσει
έχει κιόλας στεγνώσει.
Εκείνη έμεινε πίσω τραγικά μόνη
αιχμάλωτη ενός στίχου πειρατή
σ’ απόκομμα εφημερίδας με οσμή κρατητηρίου.
Η ζωή της είχε τρέξει πάνω σε ράγες
το κρεβάτι της γενικά καλοτάξιδο
η φιλοδοξία της να γίνει ιδιαιτέρα
δεν γνωρίζω αν τελικά πραγματοποιήθηκε.
Πάντως δική μου «ιδιαιτέρα»
δεν έγινε.