Εγώ είμαι ημίφως εσύ φως
οι άλλοι όλοι είναι σκοτάδι
να σ' έβλεπα ήθελα το βράδυ
ημίγυμνη σαφώς
με μια κομπιναιζόν κοντή
με μαύρες κάλτσες και ζαρτιέρες
θα 'χαν μιαν έπαρση οι παντιέρες
κι έξω νεροποντή.
Πλημμύρα η αίσθηση, καυτά
τα είκοσι ακροδάχτυλα σου,
τα χρόνια μας, φαντάσου,
να γύριζαν κι αυτά.
Όνειρο να 'ταν το παρόν
κι αλήθεια τα είκοσι σου χρόνια
να έσβηναν άξαφνα τα χιόνια
σημάδια των καιρών.
Nα κολυμπούσαμε γυμνοί
πάνω σε κόκκινο σεντόνι
ν' άρχιζε ο ήλιος να ματώνει
κι η δύση να σε υμνεί.