Και νάναι φυλαχτό για λάγνους εφιάλτες.
Νάχεις σημαία την άρνηση καθώς
τ’ αδύνατο το σώμα ενδίδει
κι είναι έτοιμη η ψυχή να σε προδώσει.
Κι ως θα περνάς τις ερημιές των τόπων
μοναχικός κι αβέβαιος υπνοβάτης,
να ‘ χεις πυξίδα μόνο την καρδιά
τους χτύπους της ρολόι ρυθμιστικό
και στα ξερά τα χείλη το όνομά της.
Και ν΄αγνοήσεις τα πολύβουα καραβάνια
οι λογισμοί σου νάναι κρύο νερό,
κι ο λίβας της ερήμου εξαίσιος μπάτης
κι ως θα σε βλέπει μόνο ο ουρανός
γυμνός στον ήλιο, στ’ άστρα, στην αυγή,
νάχεις για πάντα τον παλμό της εωθινό
και στα στεγνά τα χείλη τ’ όνομά της.