Ουράνιο έλος τα μεσάνυχτα
τα κυπαρίσσια έχουν απειλητική ακαμψία
μια πεταλούδα μποέμισσα
παρεξήγησε το σεληνόφωτο
κι είναι έτοιμη για δράση.
Τινάζει τα φτερά της στη Μπραζίλια
σε λίγο τυφώνας σαρώνει το Τέξας
η μεγάλη θεομηνία είναι μόνο ένα ολοκλήρωμα
ζήτημα χρόνου.
Έλεος,
πλέουμε σε χαλάσματα
με κύματα βουνά οργής στην πλώρη,
το βράδυ ξαναγύρισε σαν παρακμή της μέρας
η θεωρία του χάους πόσο μας διαβάζει.
Το ποίημα έχει μια ταλάντωση
ανάμεσα πιστών και άπιστων λέξεων
έτσι ακτινοβολεί αβεβαιότητα
άλλοτε γέρνει σ’ ένα μίσχο
απρόσιτων ακραίων ερώτων
που δεν έχουν μνήμη
έχουν μνήμα
καρδιές μπαλόνια ηλίου
υψιπετή μηδενικά
λουκάνικα παραμορφωμένα
φωτιά που τη στοιχειώνει ο άνεμος.
Ο άνεμος δεν έχει μνήμη
ποιος είναι, που πηγαίνει
κι επιμένει να μυρίζει ρόδο.