Ίσκιος βαρύς η αποθυμιά
κι έξω τ’ ανεμοβρόχι
τη γέφυρα έριξες με τ’ όχι
κι ελπίδα πια καμιά
Ναυάγιο τ’ άδειο σου γραφτό
πέλαγο το κρασί σου
γερά στην άρνηση κρατήσου
στον τέως σου εαυτό
Χαμένοι αντίλαλοι οι λυγμοί
γεύση πικρή απ’ το μίσος
τ’ αύριο μηδέν, χίμαιρα το ίσως
αιώνας η στιγμή
Ξεφάντωσες ολονυχτίς
στο χείλος της αβύσσου
την άδεια που ‘μεινε ύπαρξή σου
μην την καταδεχτείς.